Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Πολιτείες μυαλού



 Νεα Υόρκη
Βρίσκομαι στη Νεα Υόρκη. Νοέμβριος του 2010, λίγο πιο κάτω από την Τάιμς Σκουέρ. Το βλέμμα μου μόλις που προσπέρασε τα χρώματα των διαφημίσεων από τις φωτεινές ταμπέλες των θεάτρων. Προχωρώ γρήγορα ανάμεσα στον κόσμο παρασυρμένη από τους ρυθμούς της πόλης.
 Ντυμένη από την κορυφή ως τα νύχια με το γκρι παλτό που μου έκανε δώρο η κυρία Rose, σε ένα μαγαζί στον Ντένβερ μερικούς χειμώνες μακριά, τα κόκκινα παπούτσια που έκλεψα από το Φλι μάρκετ στο Βερολίνο και ένα παντελόνι που μου έδωσε η Αρρήτη σε μια αγαπημένη πόλη, μια βροχερή μέρα που μοιάζει να ανήκει  σε προηγούμενη ζωή. Αναμαλλιασμένη, ο βηματισμός μου γίνεται όλο και πιο αργός καθώς η προσήλωσή μου στο άνοιγμα μιας σακούλας με σάπια φρούτα μεγαλώνει.
Οι αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στους τεράστιους ουρανοξύστες και οι ήχοι από τα βήματα και τις ομιλίες των ανθρώπων σβήνουν καθώς στρίβω στο επόμενο στενό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ ώρα σηκώνω το κεφάλι μου διώχνοντας με μια ανεπαίσθητη κίνηση τις αφέλειες από το πρόσωπό μου. Ένα μουντό αδιέξοδο που στο τέλος του και μπροστά από μια διαλυμένη πόρτα που μέσα της κρύβει αυτό που αποκαλώ τους τελευταίους μήνες σπίτι, βρίσκεται ένας σωρός σκουπίδια.
Βάζω τα σάπια φρούτα στην τσάντα και ψάχνω τα κλειδιά μου. Τα χέρια μου ακουμπούν το σκληρό διαλυμένο εξώφυλλο του τετραδίου μου και όλο μου το είναι κάνει μια παύση για να συνεχίσει με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς.
Βγάζω το τετράδιο και γράφω. Γράφω μανιασμένα. Κάθομαι στο πεζοδρόμιο και σχεδόν νιώθω το γρατσούνισμα των σελίδων στο δέρμα μου.

Γαλλία
Μπορντό, Οκτώβρης του 1950. Καθισμένος στο μικρό δωματιάκι του πατρικού μου. Η γραφομηχανή μπροστά μου με μια κόλλα χαρτί. Κενή. Ανάβω ένα τσιγάρο όταν η μυρωδιά από το μεσημεριανό φαγητό φτάνει την μύτη μου. Ακουμπώ τα χέρια μου στο κεφάλι, στα γόνατα, στο τραπέζι, στη γραφομηχανή. 

Αμηχανία. Εκκωφαντική σιωπή.

Γυρίζω αργά για να συναντήσω τον ήλιο μέσα από το τζάμι του παραθύρου μου παρακαλώντας για μια πηγή έμπνευσης. Μια αράχνη περπατάει αργά πάνω στο τζάμι. Την παρατηρώ. Κάθομαι στο κρεβάτι και την περιεργάζομαι. Οι κινήσεις της μου προσφέρουν μια πρωτόγνωρη γαλήνη και εκεί καθώς είμαι, κοιμάμαι.
Στο όνειρό μου συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Μόνο που η αράχνη με βασανιστικούς ρυθμούς, απλώνοντας τα λεπτά της πόδια στον τοίχο φτάνει στο γραφείο μου και έπειτα  στην γραφομηχανή μου και γράφει. Γράφει μανιασμένα.
Ξυπνάω λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και τρέχω προς την γραφομηχανή. Σχεδόν σκοντάφτω. Πληκτρολογώ. Πληκτρολογώ μανιασμένα. Σχεδόν νιώθω το μελάνι μέσα στις φλέβες μου.

Καθώς ακούγεται το Are you mine στο Bus so Lucky



Οι εμπειρίες που είχαμε μαζί, οι καταστάσεις που βιώσαμε, τα ταξίδια που πήγαμε, οι υστερίες που αντιμετωπίσαμε, οι μουσικές που ακούσαμε, τα άτομα που γνωρίσαμε και ζούμε κάθε μέρα, τα στενά που περπατήσαμε, τα ποτά που ήπιαμε, τα γέλια που κάναμε…

Όλα αυτά χαρακτηρίζουν τις οικογένειες που επιλέγουμε. Τους φίλους.

Και είναι εντάξει να αλλάζουν.
 Οι επιλογές μας είμαστε εμείς. Και εμείς αλλάζουμε κάθε χρόνο, μήνα, εβδομάδα, μέρα, ώρα, λεπτό, δευτερόλεπτο της διαδρομής.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

After the doorstep



Το γλυκό απομεσήμερο έλουζε με τις ροδακινί του ακτίνες όλο το σαλόνι του τρίτου ορόφου στο νεοκλασικό της οδού Τριστές στο Παρίσι της Γαλλίας. Με το γόνατό μου στην πολυθρόνα δίπλα από το παράθυρο, ήμουν και εγώ άλλη μια καμπύλη μέσα στον χώρο, πλήρως εναρμονισμένη με αυτές των ξύλινων επίπλων. Το σώμα μου λουσμένο στο φως, σχεδόν ακτινοβολούσε ενώ το κεφάλι μου βρισκόταν στη σκιά και κοίταζε μία τον καθρέφτη –το μοναδικό σκιερό σημείο στο χώρο- και μία την πανέμορφη πόλη. Η μορφή μου διαφορετική. Το μπορντό στα χείλη μου έκανε αντίθεση με το ξανθό των μαλλιών μου και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: Ποια είμαι; Πως βρέθηκα εδώ;
Όχι με αγωνία, με μια υπέροχη απορία στην οποία γνώριζα ήδη την απάντηση αλλά δεν μπορούσα να την αρθρώσω με λέξεις. Απλά συνέβη. Από τη μια στιγμή στην άλλη. Το συμπλήρωμα ενός κύκλου για το οποίο ήμουν έτοιμη από πολύ καιρό.
Ο παλμός της πόλης αντί να αντηχεί στο σώμα μου, αντηχούσε στην ψυχή μου με έναν πρωτόγνωρο τρόπο.
Ξανθό. Μπορντό. Ροδακινί. Χρυσό. Ξύλο. Εγώ. Γαλλία. Σκέψεις. Χρώματα. Ήχοι. Εικόνες. Γαλήνη.
Και θέλω να μείνω εδώ όσο περισσότερο γίνεται, μέχρι να διαβώ το κατώφλι του επόμενου κύκλου στον οποίο πατώντας ακόμα πιο προσεκτικά από τον προηγούμενο, θα τον σχηματίσω με βήματα, όχι με δρασκελιές.
Γιατί το ξέρω. Το βλέπω στον καθρέφτη και στην πόλη και σε όλα γύρω μου. Ότι αυτός ο κύκλος θα είναι μεγαλοπρεπής και δυσβάσταχτος, υπέροχος και αποκρουστικός, θα είναι το φτερούγισμα και η θηλιά, θα μυρίζει βιολέτες και θάνατο, θα σχηματιστεί με χρυσάφι και θα καταλήξει με αίμα.
Και εγώ θα αγαπήσω κάθε στιγμή της διαδρομής.
Μέχρι να γονατίσω, υποταγμένη στην αποκρουστική του τελειότητα.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Είναι αυτές οι μέρες τώρα τελευταία. Μέρες παράξενες, υπέροχες μέρες. Δηλινά με νόημα και χαραυγές χωρίς κανένα, πάντα συνοδευμένα από αυτή την γλυκιά ηρεμία. Αυτή μετά από μια τρικυμία, αυτή που θα δεις στα μάτια ενός γέρου και στην ομορφιά των ρυτίδων μιας γραίας και θα τη ζηλέψεις.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

"Ποτέ μου δεν συμπάθησα τους ανθρώπους αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία."
Τους αγάπησα. Αυτό είναι μια ακόμα ματαιοδοξία.
Ε, και γιατί γράφεις;

Γιατί ορισμένες φορές είναι η μοναδική μου ανάσα. Πνίγομαι, ασφυκτιώ και με κάθε λέξη παίρνω μια μικρή δόση οξυγόνου να με κρατήσει μέχρι την επόμενη μέρα. Ή το επόμενο ποστ.
Γι' αυτό.

2013

Μισος, μνησικακία, χαιρεκακία, εγωισμός, ανταγωνισμός. Πόσο πιο εγωιστές μπορουμε να γίνουμε; Πόσο πιο μη- ανθρωποι; Αδιαφορία, χλευασμός, υποβιβασμός. Εκεί που σκέφτεσαι ότι τίποτα δεν έχει και τόσο νόημα τελικά και φαντάζεσαι πως θα ήταν να έπεφτες μπροστά από το πρώτο τρένο καταλαβαίνεις την ηλιθιότητά σου όταν φοβάσαι μία αγέλη σκύλων που έρχονται καταπάνω σου σε ένα σκοτεινό δρομάκι. Ηλίθια. Εγωπαθή, εγωίστρια.

Δεν μπορείς να τα αλλάξεις όλα και όλους. Εδώ καλα-καλα δεν ξέρεις αν μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου και ούτε αν θες. Γιατί όσο και να προσπαθείς ίδια μένεις. Ίσως και χειρότερη. Για αυτό θες να κάνεις κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Δεν αντέχεις τον εαυτό σου. Δεν μιλάς. Δεν λες αυτά που πιστεύεις. Σκεφτεσαι πάντα ότι είναι λάθος και κάθε φορά αναμασάς λόγια άλλων για να πεις τα ίδια με αυτούς και να νιώσεις ότι συνδέεσαι με κάποιον επιτέλους. Ότι κάποιος σε καταλαβαίνει. Αλλά η παράσταση είναι τόσο κακά στημμένη. Σκηνοθέτης και ηθοποιός μαζί, πολύ δύσκολο ένα καλό αποτέλεσμα για κάποιον με λίγη πείρα. Καταλήγεις να διαφωνείς με ιδέες που δεν είναι καν δικές σου, ενώ όλη την ώρα το  ακούς μέσα στο μυαλό σου. "Τι λες ρε βλαμμένη;"

Θέλω να σταματήσω. Θέλω να εξαφανιστώ. Τουλάχιστον μετά σωπαίνω και εύχομαι να μην με ξαναρωτήσουν ποτέ τίποτα. Θέλω να ακούω, να διαβάσω και μετά από πολύ καιρό να έχω κατανοήσει τι στα γαμήδια πιστεύω και να κάνω μια συζήτηση αληθινή. Μια συζητηση δικιά μου και κανενός άλλου. Και θα νιώθω όμορφα όπως όταν λες πράγματα αληθινά.

Αλλά οι άλλοι γιατί συνεχίζουν; Κράτησε λιγάκι τον εγωκεντρισμό σου στην άκρη. Σταμάτα να χειρονομείς σαν κλόουν και σαν καρικατούρα κάθε φορά που λες μια ιστορία από την ζωή σου. Λένε ότι το 80% των συζητήσεών μας αποτελούνται από ιστορίες. Το άλλο 20% τότε θα πρέπει να 'ναι κοινωνικό ενδιαφέρον όπως το λένε.

Δεν το θέλω αυτό. Θέλω να αρχίσω να τρέχω κάθε φορά που κάποιος ανοίξει το στόμα του και μάλιστα ουρλιάζοντας. Να φύγω. Να μην ακούω. Γιατί να μην μου πεις για κάποιο βιβλίο που διάβασες, έστω ταινία που είδες, μια ιδέα ενός φιλοσόφου και τις σκέψεις σου πάνω σε αυτήν, μια μικρή κοσμοθεωρία. Γιατί να ακούσω πώς ακριβώς έκανες σεξ χθες το βράδυ; Και που είναι το συναίσθημα ρε; Υπάρχει πια αγάπη. Και χεσε την αγάπη μεγάλη λεξη θα πει κάποιος. Κατανόηση; Αλληλεγγύη; Τι; Που; Γιατί πουθενά; Που ζούμε γαμώ την πουτάνα μου. Απάθεια σε όλα. Σε φόνους σε συλλήψεις. Δεν μας αγγίζει τίποτα. Πότε έγιναν όλα αυτά τόσο γνώριμα; Γιατί δεν μας ταράζουν; Γιατί δεν ουρλιάζουμε; Που είναι η ανθρωπιά μας; Τί είδος είμαστε εμείς;

Απογοητεύομαι τόσο πολύ ώρες ώρες αλλά ο κόσμος μας μπορεί να γίνει τόσο όμορφος και μερικές φορές είναι. Και πάντα υπάρχει αυτή η ύπουλη ελπίδα να μας καίει τα σωθικά.

Σβήνει και αυτή; Εκεί που κάποτε υπήρχε πυρκαγιά τώρα έχει απομείνει μια σπίθα.

Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Και εμείς πάντα θα ελπίζουμε και οι καινούριοι πάντα θα αναρωτιούνται.

Αλλά ίσως.
"Και αν κάποιος νομίζει ότι η αγάπη και η ειρήνη είναι ένα κλισέ που θα έπρεπε να είχε μείνει στη δεκαετία του 60', αυτό είναι το πρόβλημά του. Η αγάπη και η ειρήνη είναι αιώνιες."

Και η ηλιθιότητα το ίδιο δυστυχώς.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Άννα Φρανκ


Όπως είπε και η Άννα Φρανκ "Παρά τα όσα συνέβησαν... ακόμα πιστεύω στην καλοσύνη των ανθρώπων" και μακάρι να το έγραφα αυτό γνωρίζοντας αν τα δάκρυα που τρέχουν είναι δάκρυα ελπίδας ή απογοήτευσης.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Το ορμέμφυτο του δωρίζειν

Σύμφωνα με τον συγγραφέα Λούις Χαντ και το βιβλίο του, Το Δώρο: Φαντασία και η Ερωτική Ζωή της Ιδιοκτησίας, οι άνθρωποι αποφασίζουν ορμώμενοι από δύο ισχυρές πηγές: το ένστικτο επιβίωσης και το ορμέμφυτο του δωρίζειν. Το πρώτο είναι γνωστό σε όλους μας. Δεν θα μπορούσατε να διαβάζατε αυτές τις σκέψεις αυτή τη στιγμή εάν δεν το γνωρίζατε. Το δεύτερο, επίσης γνωστό, απαιτεί γενναιοδωρία, ενδιαφέρον για τους συν-ανθρώπους μας και συν-αίσθηση. Η Αν Μπόγκαρτ και ο Λουις Χαντ δίνουν για παραδείγματα κάποιες πράξεις που προκλήθηκαν από το ορμέμφυτο του δωρίζειν. Το γράψιμο ενός τραγουδιού, η ανάπτυξη μιας ιστορίας, το χτίσιμο ενός σπιτιού κ.ο.κ. Όταν διάβασα τα παραπάνω η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι κάθε φορά που γράφω δεν το κάνω για να "δωρίσω" κάτι σε κάποιον. Το κάνω καθαρά για εμένα και για να καταφέρω να δημιουργήσω χώρο μέσα μου να ανασάνω. Αμέσως μετά από αυτή τη σκέψη μου ήρθε η ακατανίκητη επιθυμία να γράψω. Πράγμα που συμβαίνει κάθε φορά που οι σκέψεις μου είναι περισσότερες από όσες μπορεί να ταξινομήσει και να κατανοήσει ο εγκέφαλός μου.
Καθώς γράφω τώρα καταλαβαίνω πόσο αφελές είναι να εκφράζεις την πρώτη σου σκέψη...χωρίς επανεξέταση! Γιατί αυτή με πήγε σε απόψεις που είχα τουλάχιστον 3 χρόνια πίσω και τις οποίες είχα ήδη αντικρούσει. Happiness real only when shared ήταν η υπέροχη ατάκα που έγραψε ο Alexander στην ταινία Into The Wild λίγο πριν πεθάνει μόνος του σε ένα απομονωμένο βαν στην Αλάσκα. Οτιδήποτε και αν κάνουμε, το κάνουμε (εκτός βέβαια από την δική μας τέρψη και ανακούφιση) με σκοπό κάποια μέρα κάποιος να το δει, διαβάσει, ακούσει, νιώσει. Ας πάρουμε ένα κλισέ: ακόμα και ο συνεσταλμένος συγγραφέας που δεν μοιράζεται τα ποιήματά του ποτέ και με κανέναν, έχει ήδη σκηνοθετήσει χίλιες διαφορετικές εκδοχές με αυτόν είτε να διαβάζει τα ποιήματά του σε κάποιον (ή κάποια!), είτε με κάποιον να ανακαλύπτει τα ποιήματά του και να ενθουσιάζεται, ακόμα ίσως με κάποιον να τα κλέβει και να παίρνει αυτός όλη την αναγνώριση. Μια τέτοια λογική θα με επανέφερε στο αιώνιο ζήτημα του εγωισμού του ανθρώπου. [Να προσθέσω εδώ ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο και καθολικό, είναι απλά μια οπτική. Ένα viewpoint, αυτό που αναλύω.] Θέλουμε να αφήσουμε κάτι πίσω μας. Θέλουμε να μας αναγνωρίσουν. Δεν θέλουμε να βυθιστούμε στην ανυπαρξία και να μας καταπιεί ο θάνατος.
Αλλά από την άλλη δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι η χαρά που θα πάρουμε αν έστω ένας στους χίλιους ή και στους δύο, πάρει κάτι από την δουλειά μας, κάτι ουσιώδες, μια λάμψη, μια σπίθα...  θα είναι πολύ μεγαλύτερη και από αυτή που νιώσαμε όταν το δημιουργούσαμε ή από αυτή της προσωπικής ανακούφισης με την περάτωσή του. Επανέρχομαι λοιπόν στο ορμέμφυτο του δωρίζειν και καταλήγω στο ότι οτιδήποτε σχετίζεται με την δημιουργία ή και, γιατί όχι, με την τέχνη, περικλείει μέσα του αυτό το ορμέμφυτο. Ακόμα και όταν ο δημιουργός δεν το καταλαβαίνει ή δεν το παραδέχεται.
Λένε ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Πως μπορείς να πεις κάτι τέτοιο όταν άνθρωποι όπως ο Επίκουρος, ο Φρόυντ, ο Μπουκόφσκι και άλλοι τόσοι αναγνωρίζονται και διαβάζονται μέχρι σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον βιολογικό τους θάνατο; Η καταπολέμηση του εγωισμού είναι να δούμε τον άνθρωπο ως είδος και όχι ως μονάδα. Θα συνεχίσω να αντικρούω την θεωρία του εγωισμού του ανθρώπου και ας μου πάρει όλη μου τη ζωή. Θα γράψω τα αντίθετα τραγούδια από αυτά που γράφτηκαν για αυτόν. Τις αντίθετες ιστορίες, τα αντίθετα έργα, θα ζωγραφίσω τους αντίθετους πίνακες. Γιατί εγώ, εσύ, ο Lehnon και ποιος ξέρει ποιος άλλος δεν είμαστε μόνοι μας. Λίγοι ναι αλλά όχι μόνοι. Και το γεγονός ότι σκεφτόμαστε έτσι σε μια τέτοια εποχή και με μια τέτοια ιστορία πίσω μας, για μένα είναι αξιοθαύμαστο. Πολύτιμο. Όμορφο. Υπέροχο. Ελπιδοφόρο. Είναι μια αρχή. Και ούτε που με νοιάζει αν θα ζήσω για να δω το τέλος.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Είμαι ελεύθερος

Όλα γνωστά. Όλα αναμενόμενα. Τι να βρεθεί να σε ξαφνιάσει; Τι να βρεθεί να σε εκπλήξει;
Δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν περιμένω τίποτα. Ότι και να 'ρθει θα το αντιμετωπίσω. Είμαι ελεύθερη, ναι. Αλλά μόνη μες την ελευθερία μου.
Ένα τραπέζι. Τρεις και εγώ. Ο καθένας τους με το μικροσύμπαν και τον προσωρινό τοίχο που πρέπει να περάσει. Ο τοίχος δεν υπάρχει πραγματικά. Γιατί να τον δεις; Γιατί να βασανίζεσαι για αυτόν; Με απογοητεύεις και μετά με κάνεις να πλήττω.
Δες πέρα από αυτόν και πέρα από σένα. Δες τον κόσμο. Μπες σε μια βιβλιοθήκη. Κατανόησε την μικρότητά σου στον πλανήτη, να μην αναφέρω στο σύμπαν.
Ένα ουρλιαχτό πάνω από μία πόλη, ένα βιβλίο δίπλα από τη θάλασσα, μια χαραμάδα σε έναν τοίχο. Οτιδήποτε φαινομενικά άψυχο είναι τα μόνα που με γεμίζουν ζωή. Είναι η ανάσα που θα με βγάλει μέχρι το βράδυ από το οποίο δεν θέλω να ζητήσω τίποτα. Ή μάλλον ακριβώς αυτό. Θέλω να ζητήσω το τίποτα. Και θα μου το φέρει. Και θα είμαι πλήρης. Και το τραπέζι θα 'ναι ακόμα γεμάτο.

Είμαστε μόνοι στη φυλακή ή στην ελευθερία;