Το γλυκό απομεσήμερο έλουζε με τις ροδακινί του ακτίνες όλο
το σαλόνι του τρίτου ορόφου στο νεοκλασικό της οδού Τριστές στο Παρίσι της
Γαλλίας. Με το γόνατό μου στην πολυθρόνα δίπλα από το παράθυρο, ήμουν και εγώ άλλη
μια καμπύλη μέσα στον χώρο, πλήρως εναρμονισμένη με αυτές των ξύλινων επίπλων.
Το σώμα μου λουσμένο στο φως, σχεδόν ακτινοβολούσε ενώ το κεφάλι μου βρισκόταν
στη σκιά και κοίταζε μία τον καθρέφτη –το μοναδικό σκιερό σημείο στο χώρο- και
μία την πανέμορφη πόλη. Η μορφή μου διαφορετική. Το μπορντό στα χείλη μου έκανε
αντίθεση με το ξανθό των μαλλιών μου και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν:
Ποια είμαι; Πως βρέθηκα εδώ;
Όχι με αγωνία, με μια υπέροχη απορία στην οποία γνώριζα ήδη
την απάντηση αλλά δεν μπορούσα να την αρθρώσω με λέξεις. Απλά συνέβη. Από τη
μια στιγμή στην άλλη. Το συμπλήρωμα ενός κύκλου για το οποίο ήμουν έτοιμη από
πολύ καιρό.
Ο παλμός της πόλης αντί να αντηχεί στο σώμα μου, αντηχούσε
στην ψυχή μου με έναν πρωτόγνωρο τρόπο.
Ξανθό. Μπορντό. Ροδακινί. Χρυσό. Ξύλο. Εγώ. Γαλλία. Σκέψεις.
Χρώματα. Ήχοι. Εικόνες. Γαλήνη.
Και θέλω να μείνω εδώ όσο περισσότερο γίνεται, μέχρι να
διαβώ το κατώφλι του επόμενου κύκλου στον οποίο πατώντας ακόμα πιο προσεκτικά
από τον προηγούμενο, θα τον σχηματίσω με βήματα, όχι με δρασκελιές.
Γιατί το ξέρω. Το βλέπω στον καθρέφτη και στην πόλη και σε
όλα γύρω μου. Ότι αυτός ο κύκλος θα είναι μεγαλοπρεπής και δυσβάσταχτος,
υπέροχος και αποκρουστικός, θα είναι το φτερούγισμα και η θηλιά, θα μυρίζει
βιολέτες και θάνατο, θα σχηματιστεί με χρυσάφι και θα καταλήξει με αίμα.
Και εγώ θα αγαπήσω κάθε στιγμή της διαδρομής.
Μέχρι να γονατίσω, υποταγμένη στην αποκρουστική του
τελειότητα.