Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Α-ναγκαία παρένθεση


Το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι είναι αυτός να μου λέει να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Γιατί ένας στα 7 δισεκατομμύρια μόνο ξέρει ότι το όταν το έμαθα ήμουν 18. Και τότε έχασα τη Γη, έχασα την πραγματικότητα, τη λογική και το κυριότερο: έχασα εμένα. Και έμεινα έτσι. Στο μηδέν. (Κάποιος θα έλεγε ότι αφού έχασα εμένα θα ήταν αυτονόητο να είμαι στο μηδέν αλλά δεν ήταν έτσι).
Εννοείται ότι έχασα εμένα. Και για πολλά ολόκληρα φεγγάρια δεν νομίζω ότι ήθελα να με ξαναβρώ. Ήθελα οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Αποστασιοποίηση από το εγώ και από οτιδήποτε αυτό περίκλειε. Άρνηση και μη αποδοχή. Από τότε ξεκίνησαν όλα. Μοναξιά; Ναι, αλλά ήταν επιλογή. Επιλογή και άμυνα. Όχι δική μου. Ασπίδα για όλους τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορούσα να επιζήσω.
Εικόνες που δεν θα ξεχάσω ποτέ: Οικογενειακό τραπέζι. Γέλια από παντού. Ζητάω συγγνώμη και υποτίθεται προχωράω προς το τέλος του διαδρόμου. Δεν καταφέρνω να φτάσω. Πολλά τα βήματα και αυτοσυγκράτηση καθόλου. Στάση στην πρώτη κρεβατοκάμαρα. 
Ξεβαμμένος τοίχος. 
Στρώμα. 
Παραμόρφωση. 
Συσπάσεις. 
Σώμα. 
Πόνος. 
Βουβές κραυγες. 
Λαιμός. 
Κοιλιά.
 Ήρθε αλλά δεν ήξερε. Δεν άφησα να μάθει. Ούτε αυτή ούτε κανέναν -εντάξει έναν, ένα μεθυσμένο ξημέρωμα, κοντά στην εποχή που άρχισα να με βρίσκω-. 
[...] Τελικά με βρήκα. Ηθελημένα ή μη με βρήκα. Από τότε έχουν περάσει 2 χρόνια. Δεν ξέρω πως, δεν θέλω να σκεφτώ γιατί. Τικ-τακ, ο μεγαλύτερος μου φόβος. Και από τότε με αποδέχομαι και νιώθω. Όσο μπορώ και ότι μπορώ ν' αντέξω. Και εφόσον έχω συνδέσει τα συναισθήματα με την αυτοκαταστροφή, ναι. Αυτοκαταστρέφομαι. 
"Από τη στιγμή που έχεις αποδεχτεί τον πόνο δεν μπορεί να σε βλάψει."
Και αυτό το λατρεύω. Τα πάντα λατρεύω. Αρκεί να είναι σε στιγμές. Γιατί μόνο με αυτές μένεις και μόνο για αυτές ζεις.

Οπότε… αυτό.
Και τελείωνε με τις υπερπροστατευτικές μαλακίες.

(Αυτό από την Α- και όχι από τη Ναζ.
Ναύπλιο, Μάιος 2013)

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

...ανίκατε μάχαν


  Πως γίνεται να μην ερωτευτείς τον έρωτα; Ανίσχυρη, αποδιοργανωμένη, ανίκανη να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο. Και εσύ το λατρεύεις, το αποζητάς και το χειρότερο: το επιδιώκεις. Αρκεί που το αισθάνεσαι να καίει το στήθος σου. Γιατί, όχι. Δεν είναι στην κοιλιά και δεν είναι πεταλούδες. Είναι εκεί, πάνω στην καρδιά και θυμίζει τη φωτιά. Άλλοτε σε ζεσταίνει και άλλοτε σε καίει. Εάν σβήσει όμως· αυτό είναι το χειρότερο. Απομένεις ψυχρή, καθημερινή συνηθισμένη.
  Τόσο σε μαγνητίζει ο έρωτας και άλλο τόσο ο φόβος που σε αυτή την περίπτωση είναι διπλός. Αρχικά φοβάσαι μην καείς, έπειτα σε τρομοκρατεί η παγωνιά. Οπότε μένεις εκεί. Στάσιμη. Κάπου ανάμεσα στο κάρβουνο και τη φλόγα. Και σου αρκεί. Ή τουλάχιστον έτσι λες σε μένα, και εγώ σκέφτομαι ότι είσαι δειλή αλλά δεν στο λέω. Ποτέ δεν στο λέω, γιατί αν στο πω από την περηφάνιά σου τελικά θα καείς. Και ξέρεις τι λένε- και μόνο για αυτή τη φορά θα συμφωνήσω μαζί τους- αν καείς και την τρίτη φορά δεν θα υπάρχει άλλη. Για την παγωνιά –λένε- δεν ισχύει το ίδιο. Τώρα εσύ θα διαφωνήσεις μαζί τους, γιατί για ‘σένα η παγωνιά ισούται με την καταστροφή σου. Όχι όμως την αυτό-καταστροφή, αυτή είναι η πυρκαγιά. Και εσύ την χρειάζεσαι, να σε ζεσταίνει, να σε βαραίνει και κατά ένα διεστραμμένο τρόπο να σε κάνει να προχωράς, να αντέχεις, να γίνεσαι καλύτερη.
  Αλλά ας μην σε κοροϊδεύω άλλο. Σύντομα θα αρχίσεις να πνίγεσαι, να νιώθεις παγιδευμένη και το κυριότερο: θα βαρεθείς. Και αφού δεν πρόκειται να την αφήσεις να ανυψώσει ή να αφανίσει όλο σου το είναι θα την αρνηθείς και θα βουτήξεις για άλλη μια φορά στην στεγνή καθημερινότητα της παγωνιάς. Και αφού θα την αρνηθείς και αυτή, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να την αποδεχτείς ούτε να την παραδεχτείς θα απομείνεις πάλι εσύ.
  Δειλή και ευτυχισμένη.