Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Λεφτά και μια πρωτεύουσα

Και τί θες επιτέλους; την κοίταξα νευριασμένος απαιτώντας να την καταλάβω.
Όταν μίλησε η φωνή της ήταν βαριεστημένη, σαν να το είχε ξεστομίσει αυτό χίλιες φορές. "Λεφτά και μια πρωτεύουσα." έκανε και αφού άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί λίγο ακόμα στην ήρεμη θάλασσα, έκανε μεταβολή, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Η Κοπέλα με τα Πορτοκάλια

[Ναι. Και τώρα σε αυτή την αγκύλη θα κάνω κάτι περίεργο. Θα δώσω "σκηνικές οδηγίες" στο κείμενό μου, το οποίο σκέφτηκα πάρα πολύ για να το γράψω έχοντας τους ίδιους ενδοιασμούς που προβληματίζουν όλους όσους γράφουν (δηλαδή: είναι βλακεία, δεν ενδιαφέρει κανέναν, θα 'πρεπε να γράψω για κάτι πιο σημαντικό ιδίως στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μου και μπλα μπλα μπλα). Στα αρχίδια μου. Μου 'ρθε να το γράψω και θα το γράψω. Με λένε Δημήτρη παρεμπιπτόντως και συνεχίζω. Ο λόγος που θα δώσω σκηνικές οδηγίες λοιπόν είναι γιατί δεν έχω καμία όρεξη να περιγράψω ποιητικά το σκονισμένο, πανάρχαιο μανάβικο του πατέρα μου. Δουλεύω εκεί σχεδόν κάθε μέρα, κούτες και καφάσια παντού, μισοσκόταδο, μουσική από το λαπτοπάκι μου, μία σκάλα που μύγα να κάτσει πάνω της θα πέσει και που την οποία ειρωνικότατα έχω μετατρέψει σε βιβλιοθήκη γιατί ναι. Διαβάζω. Διαβάζω πολύ. Όλα αυτά τα μεγάλα ονόματα που ακούμε και λέμε "Ωω! Σημαντικός αυτός!" και που μετά από δύο λεπτά τα έχεις ξεχάσει εντελώς και σκέφτεσαι τα ούζα που έπινες χθες βράδυ με το παρεάκι σου. Ο πατέρας μου υπάρχει και δεν υπάρχει στο μαγαζί, μια γέρικη φιγούρα που αν και μ' αγαπάει και τον αγαπώ δεν μιλάμε πια σχεδόν ποτέ. Αυτό έγινε πιο έντονο από όταν πέθανε η μητέρα μου. Τώρα πιθανότατα θα σκέφτεσαι "Ωω, τι κρίμα.." ή σε έναν πιο υπεροπτικό τόνο "Πφ, πόσο κλισέ;" ή απλά να 'σαι χαλαρός και σε φάση "Αχα.". Θα μπορούσες βέβαια εδώ και ώρα (ίσως κάπου εκεί που έλεγα ότι διαβάζω) να έχεις ανοίξει άλλο tab και να χαζεύεις στα news τι είπε χθες ο Ομπάμα στην Αμερική ή κάπου πολύ χειρότερα, τι είπε χθες ο Σαμαράς στην Ελλάδα. Παραλίγο να σου πω ότι καλύτερα θα ήταν να μην το κάνεις γιατί έτσι πίστευα μέχρι τις προάλλες. Τότε λοιπόν ήταν που άκουσα μια φράση που με έκανε να χάσω τη λογική μου μέσα από το μυαλό μου και το έδαφος του κόσμου μου κάτω από τα πόδια μου. "Ό μυαλωμένος ζει στον κόσμο και ο άμυαλος στον κόσμο του". Και με αυτό και με εκείνο πως έφτασα να γράφω για το τι μας ανέφερε ο καθηγητής της λογοτεχνίας στο προηγούμενο μάθημα... κανείς δεν ξέρει. Πάει η αγκύλη, την καταχράστηκα εντελώς. Νιώθει εκμεταλλευμένη. Την κλείνω λοιπόν.]

Ήθελα να γράψω κάτι πάρα πολύ απλό. Κάθε μέρα στις 5:01 (χωρίς υπερβολές), έξω από το μαγαζί, περνάει μία κοπέλα . Η κοπέλα με τα πορτοκάλια. Η κοπέλα με τα πορτοκάλια θα μπορούσε να λέγεται και η κοπέλα με τις πολύχρωμες μπαντάνες ή και η κοπέλα της 5:01, πάντως το σίγουρο είναι πως είναι η πιο όμορφη κοπέλα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Κάθε μέρα την παρατηρώ να περνάει ξέγνοιαστη με ένα πορτοκάλι στο χέρι, να στέκεται να παρατηρεί για λίγο παιχνιδιάρικα την βιτρίνα μας με τα φρούτα (που η αδερφή του μπαμπά μου τόσο ωραία έχει τοποθετήσει) με τα ξανθά μαλλιά της να λάμπουν στον ήλιο και το πρόσωπό της τέλειο, ανέμελο, όμορφο, αψεγάδιαστο (πιο φλώρος πεθαίνεις, ξέρω) και ύστερα να φεύγει περνώντας απέναντι το δρόμο, χάνοντάς την από το βλέμμα μου. Προφανώς η δ ε σ π ο σ ύ ν η αυτή (αφού το γάμησα που το γάμησα...) προμηθεύεται τα πορτοκάλια της από το σούπερ-μάρκετ στην γωνία (που από όταν άνοιξε καταριέμαι να κλείσει μπας και σκάσει λίγο το χειλάκι του πατέρα μου) γιατί στο μαγαζί μας δεν έχει πατήσει ποτέ, μόνο την βιτρίνα χαζεύει προς το παρόν. Αν είχε πατήσει βέβαια, τώρα πολύ πιθανόν να 'χα κομμένα πόδια...

Αυτό ήταν όλο και όλο. Ούτε καμιά τεράστια έκπληξη ούτε αποκαλύψεις τύπου τηλεοπτικού σόου. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή ας πούμε ότι αυτή είναι η χαμένη μου αδερφή, ούτε ότι είμαι ψυχοπαθής και την φαντάζομαι μόνο εγώ ενώ κανένας άλλος δεν την βλέπει και τέλος, δεν αποκαλύπτεται σίγουρα ότι εγώ είμαι ξωτικό, αυτή νεράιδα (δεν παίρνω και όρκο για αυτό) και ότι ο έρωτάς μας είναι απαγορευμένος. 

Κάποια μέρα όμως σκέφτομαι να της δώσω αυτό το κείμενο (ή άλλα που έχω γράψει για αυτήν) και ενώ θα βρισκόμαστε κάτω από μια πορτοκαλιά (αφού τόσο πολύ της αρέσουν) μπορεί ακόμα και να την φιλήσω. Ίσως εκεί να με ερωτευτεί και αυτή. Πάντως το σίγουρο είναι ότι τη στιγμή εκείνη θα ανήκω στους άμυαλους. Για λίγο. Για αλλαγή. Για να μου δώσει δύναμη να γυρίσω να παλέψω με τους μυαλωμένους, ευελπιστώντας να έχω και αυτή στο πλάι μου.

Καληνύχτα λοιπόν (Κεμάλ). Αυτόν το κόσμο θα τον αλλάξουμε γαμώ την πουτάνα μου.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Ανάμεσα σε δύο πόλεις


Καθιστή στο νωπό πεζουλάκι του φάρου ανοιγόκλεισα τα μάτια μου βίαια για να διώξω το τσούξιμο. "Καταραμένοι φακοί." σκέφτηκα και άρχισα να τα τρίβω. Ή μήπως καλύτερα καταραμένο αλκοόλ;
Το κρύο θα ήταν αφόρητο αν το σώμα μου δεν είχε ποτιστεί με κρασί. Αναψοκοκκινισμένη με τα χέρια μου να στηρίζουν τον κορμό μου, χανόμουν στα μικροσκοπικά φωτάκια της απέναντι πόλης. Η θάλασσα ήταν κατάμαυρη. Δεν υπήρχε φεγγάρι απόψε. Με ηρεμούσε αυτό. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου κορίτσι του ήλιου.
"Τέλειωσε το κρασί." η φωνή του δίπλα μου ακούστηκε ειρωνική. Χαμογέλασα. "Καιρός ήταν." είπα. Άρχισε να γελάει. Η απότομη κίνησή του με έκανε να γυρίσω να τον κοιτάξω. Τον είδα να σηκώνεται και να απλώνει τα χέρια του προς την θάλασσα σαν να ήθελε να την αγκαλιάσει. Έπεσα στο πλάι σκασμένη στα γέλια. "Δεν σε θέλει Νίκο! Άσ' την!" έκανα ξεκαρδισμένη. Εκείνος τότε μισογελώντας σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό. "Γιατί; Γιατί ω θεέ δεν έρχεται στην αγκαλιά μου;" φώναξε δραματικά. Ανασηκώθηκα και τον κοίταξα. "Δεν πιστεύεις στον θεό." του υπενθύμισα κρύβοντας το χαμόγελό μου. Κατέβασε τα χέρια του και τα έβαλε στις τσέπες του μαύρου παλτού του. Τον παρατήρησα. "Αχα." έκανε συνοφρυωμένος με το βλέμμα του να περιπλανιέται. Η μορφή του ήταν θολή. Λες και μου χρειαζόταν να τον δω καθαρά! Τον ήξερα απ' έξω. Καθίσαμε έτσι λίγα δευτερόλεπτα. Αυτός χαμένος στα φώτα της πόλης και εγώ χαμένη πάνω του.
Γύρισε απότομα βγάζοντας το δεξί του χέρι από την τσέπη και έστρεψε τον δείκτη του προς το μέρος μου σαν να ήταν έτοιμος να μου κάνει κήρυγμα. "Και όμως εγώ πιστεύω σε έναν θεό." είπε με το ειρωνικό του χαμόγελο να φτάνει ως τα αυτιά. "Όχι, Νίκο." ακούστηκα εκνευρισμένη. Κατέβηκε από το πεζούλι με ένα πηδηματάκι και παραπατώντας δυο βήματα, πήρε βαθιά ανάσα και φώναξε. "ΝΑΙ, ΝΑΙ. ΚΙ ΟΜΩΣ." Ακολουθώντας τον με το βλέμμα μου, γύρισα την πλάτη μου στη θάλασσα και τα φώτα. Δεν του είπα τίποτα. Τα βήματά του ακανόνιστα, τον έφεραν κοντά μου με το χέρι του ακόμα στον αέρα. "Εσύ ξέρεις ποιος είναι ε; Ω ναι, ξέρεις." έκανε και γύρισε από την άλλη γελώντας. Έσφιξα τις γροθιές μου. Μια νευρικότητα αδικαιολόγητη, αμυντική, αναμφίβολα συνέπεια του κρασιού. Τον είδα που προχώρησε και στάθηκε στο κέντρο από το ημικύκλιο που σχημάτιζαν τα πεζουλάκια σαν να ήταν έτοιμος να δώσει παράσταση. Γονάτισε επιδεκτικά με το δεξί του πόδι να ακουμπά το τσιμέντο. "Είναι ο Θεός Έρωτας." είπε με στόμφο. 
Ο εκνευρισμός μου εξανεμίστηκε. Έσκυψα το κεφάλι μου. "Τσακ." ψέλλισα. "Σε πέτυχε ένα βέλος." η φωνή μου δειλή, ξεψυχισμένη. Άρχισε να γελά πάλι. "Α ΟΧΙ!". Γύρισε προς την δική μας πόλη με τα χέρια του πάλι στον αέρα. "ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΟΞΟ. ΟΠΛΟ ΕΧΕΙ. ΟΠΛΟ ΜΕ ΣΦΑΙΡΕΣ!" φώναξε και κοκάλωσε εκεί, μετέωρος, περιμένοντας να ακούσει την ηχώ της φωνής του. Το σώμα μου πήρε μόνο του την πρωτοβουλία να ακολουθήσει το παράδειγμά του. Με ένα σάλτο και την αφέλεια ενός μικρού παιδιού βρέθηκα δίπλα του. "ΣΦΑΙΡΕΣ ΠΟΥ ΣΕ ΞΕΣΚΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΣΕ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΛΙΑΚΑΔΑ ΚΑΙ ΒΡΟΧΗ!" έκανα ευτυχισμένη. 
Εκείνος γύρισε σαστισμένος. Σχεδόν μαγεμένος. Η φωνή του σιγανή: "Γιατί με καταλαβαίνεις;" απόρησε κοιτώντας το έδαφος. Γύρισα και εγώ με το χαμόγελο αμυδρό στα χείλη μου. Τον κοίταξα στα μάτια. "Μπαμ." έκανα. "Σε πέτυχε μια σφαίρα." και χαμογέλασα. Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Δεν ξέρω πόση ώρα περάσαμε έτσι… ο ένας χαμένος στα μάτια του άλλου. Ξέρω όμως ότι σε κάποια στιγμή τον άκουσα να λέει μια λέξη. "Λιακάδα." χαμογέλασε.