«Πνίγω και εγώ την άδεια μου ζωή στο ποτό, όπως
έκανε και η Μάσα!»
Μετακίνησα το σκαμπό μου λίγο πιο δεξιά ρίχνοντας
μια ενοχλημένη ματιά στην μεθυσμένη κοπέλα δίπλα μου. «Καημένη.» σκέφτηκα.
«Ποια είναι η Μάσα κούκλα;» άκουσα τον Τάκη να πνίγει ένα γέλιο πίσω μου ενώ
την ρωτούσε. Η κοπέλα γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα της πάνω μου. Γούρλωσε τα
μάτια της και περίμενε με ενθουσιασμό. Απόρησα. «Μάνο, της γυάλισες της
σουρωμένης.» άκουσα τον ψίθυρο του Τάκη πίσω μου. Διέκρινα μια πικρία μέσα στον
σαρκασμό του και γύρισα τα μάτια μου. Χάρισμα του αν την ήθελε.
Φανερά ενοχλημένος από το τόσο επίμονο άγγιγμα των
ματιών της στράφηκα προς το μέρος της και την αντίκρισα για να σταματήσει.
Εκείνη μόνο ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Ξέρεις;» πρόσθεσε μετά από λίγο. Ο
ενθουσιασμός του βλέμματός της εξανεμίστηκε μέσα στις επόμενες στιγμές σιωπής.
Τα μάτια της μεταμορφώθηκαν τώρα σε μια λίμνη σαρκασμού και ειρωνείας. «Τι
πράμα;» ρώτησα όσο πιο περιφρονητικά μπορούσα. «Ποιά
είναι η Μάσα.» έκανε στρέφοντας επιτέλους την προσοχή της αλλού. Γυρισμένη προς
το μπαρ, έπαιζε βαριεστημένα με το ποτήρι της. Το αμυδρό της χαμόγελο περίμενε
την απάντησή μου.
Η παρουσία της μου ήταν κάτι παραπάνω από
ενοχλητική. Δεν ήθελα να της απαντήσω. Να της μιλάω. Ήταν σαν να περίμενε την
κάθε μου λέξη. "Γίνεσαι παρανοϊκός" σκέφτομαι και απαντάω ένα ξερό
"Όχι.". Επιβεβαιώνοντας τις σκέψεις μου και ελευθερώνοντας ένα
πλατύτερο χαμόγελο "Όπως ακριβώς το περίμενα." είπε.
Χωρίς να αποχωρίζεται στιγμή την σαρκαστική της
μάσκα, κατέβασε με τη μια το ουίσκι της και δίχως ίχνος τρεκλίσματος προχώρησε
προς την έξοδο. Έμεινα να την κοιτάζω έτσι μέχρι που η φωνή του μπάρμαν με
επανέφερε στην πραγματικότητα. "Καληνύχτα Νίνα!" τον άκουσα να της
φωνάζει πίσω από το σκονισμένο μπαρ.
[Σημείωση: Περισσότερες πληροφορίες τόσο για την
Μάσα, όσο και για την Νίνα (όχι απαραίτητα αυτήν) θα βρείτε στο θεατρικό έργο
«Ο Γλάρος» του Άντον Τσέχωφ.]