Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Σουρεαλιστικά αποσπάσματα

  Δεν κοίταζε, δεν περπατούσε ούτε μιλούσε καλά. Μόνο έκανε ένα συνεχόμενο μονότονο ήχο που την τρέλαινε και στο τέλος την έκανε να σπάσει τον τοίχο και να το κρεμάσει από την χαμηλότερη κολώνα σαν να ήταν μαραμένο γαρύφαλλο. 
-

 Όπου έβλεπε αυτό το σκελετό, του μύριζε μούχλα και ας μην την ανάσαινε πια. Προσπαθούσε μόνο να τραβήξει μαζί του αυτή που πνιγόταν. Στη θάλασσα της αναμονής όμως είμαστε όλοι νεκροί. Και το είχε ξεχάσει αυτό πολύ νωρίς.
-

«Τι λες;» είπα στον παππά που απόμεινε να με κοιτάζει με τα αδηφάγα μάτια του. Τα άνοιξε και επανέλαβε αυτό που μου είπε πριν από το ηλιοβασίλεμα. Μου ήταν αδιάφορο πλέον οπότε κάθισα στο σκονισμένο τραπεζάκι που έβλεπε έξω στο τσουνάμι και χρησιμοποιώντας μία το πουγκί και μία την άσπρη γραφομηχανή έγραψα όλες τις ιστορίες εκτός από την δική του.
-

Δεν θα ήταν εκεί. Θα κρατούσε πολλά αλλά θα τα είχε χάσει όλα. Ευτυχώς το αποφάσισε. Και ας έπρεπε να συναντήσει τους τρεις ξεχασμένους μετά.
-

Δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Αρκεί να υπήρχε το άσπρο. Να νικούσε κάθε υποτιθέμενο θρόνο. Να ήταν αυτό ο βασιλιάς και αυτή απλά ένας λάτρης που κάθε μέρα θα πέθαινε αν δεν έπαιρνε τουλάχιστον δύο σταγόνες.
-

Τι και αν τα μαλλιά της σχημάτιζαν μια φωτεινή λωρίδα σαν να ήταν ο ορίζοντας. Το πούρο παρέμενε στο στόμα του. Συνέχιζε να το ρουφάει ατάραχος με τα μπλάβα χείλη του ενώ αυτή έδυε. Τίποτα δεν θα τα έκανε να γίνουν πάλι άσπρα όπως ήταν τώρα το πρόσωπό της. Το πούρο τελείωσε. Το έσβησε πάνω στα μαλλιά της και άναψε ένα καινούριο αυτή τη φορά παρακολουθώντας τον χειμώνα.

Και όταν χάνεσαι;

"Και όταν χάνεσαι;"
Γύρισα και τον κοίταξα. Δεν ήταν εκεί. Είδα μόνο το κενό. Ξανακοίταξα μπροστά.
"Και όταν χάνεσαι;" επανέλαβε.
"Σταμάτα." έκανα νιώθοντας να πεθαίνω. Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να συγκεντρωθώ στον εαυτό μου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τον ένιωσα να κουνιέται δίπλα μου.
"Σε παρακαλώ." είπε.
Άνοιξα τα μάτια μου και έσφιξα τις γροθιές μου. Δεν ήθελα να μιλήσω αλλά δεν μπορούσα να κάνω και αλλιώς. "Μην είσαι έτσι." είπα και ορκίζομαι πως μου έφυγε λίγη ψυχή.
"Μα αν ήμουν και εγώ σαν όλους τους άλλους, ποιά θα ήταν η διαφορά;" Παραλίγο να με ακουμπήσει με το χέρι του.
Σηκώθηκα απότομα. Άρπαξα την τσάντα μου και απομακρύνθηκα με σταθερό βήμα από το άδειο παγκάκι.