Νεα Υόρκη
Βρίσκομαι στη Νεα Υόρκη. Νοέμβριος του 2010, λίγο πιο κάτω
από την Τάιμς Σκουέρ. Το βλέμμα μου μόλις που προσπέρασε τα χρώματα των
διαφημίσεων από τις φωτεινές ταμπέλες των θεάτρων. Προχωρώ γρήγορα ανάμεσα στον
κόσμο παρασυρμένη από τους ρυθμούς της πόλης.
Ντυμένη από την
κορυφή ως τα νύχια με το γκρι παλτό που μου έκανε δώρο η κυρία Rose, σε ένα μαγαζί στον
Ντένβερ μερικούς χειμώνες μακριά, τα κόκκινα παπούτσια που έκλεψα από το Φλι
μάρκετ στο Βερολίνο και ένα παντελόνι που μου έδωσε η Αρρήτη σε μια αγαπημένη
πόλη, μια βροχερή μέρα που μοιάζει να ανήκει
σε προηγούμενη ζωή. Αναμαλλιασμένη, ο βηματισμός μου γίνεται όλο και πιο
αργός καθώς η προσήλωσή μου στο άνοιγμα μιας σακούλας με σάπια φρούτα
μεγαλώνει.
Οι αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στους τεράστιους
ουρανοξύστες και οι ήχοι από τα βήματα και τις ομιλίες των ανθρώπων σβήνουν
καθώς στρίβω στο επόμενο στενό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ ώρα σηκώνω το
κεφάλι μου διώχνοντας με μια ανεπαίσθητη κίνηση τις αφέλειες από το πρόσωπό
μου. Ένα μουντό αδιέξοδο που στο τέλος του και μπροστά από μια διαλυμένη πόρτα
που μέσα της κρύβει αυτό που αποκαλώ τους τελευταίους μήνες σπίτι, βρίσκεται ένας
σωρός σκουπίδια.
Βάζω τα σάπια φρούτα στην τσάντα και ψάχνω τα κλειδιά μου.
Τα χέρια μου ακουμπούν το σκληρό διαλυμένο εξώφυλλο του τετραδίου μου και όλο
μου το είναι κάνει μια παύση για να συνεχίσει με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς.
Βγάζω το τετράδιο και γράφω. Γράφω μανιασμένα. Κάθομαι στο
πεζοδρόμιο και σχεδόν νιώθω το γρατσούνισμα των σελίδων στο δέρμα μου.
Γαλλία
Μπορντό, Οκτώβρης του 1950. Καθισμένος στο μικρό δωματιάκι
του πατρικού μου. Η γραφομηχανή μπροστά μου με μια κόλλα χαρτί. Κενή. Ανάβω ένα
τσιγάρο όταν η μυρωδιά από το μεσημεριανό φαγητό φτάνει την μύτη μου. Ακουμπώ
τα χέρια μου στο κεφάλι, στα γόνατα, στο τραπέζι, στη γραφομηχανή.
Αμηχανία.
Εκκωφαντική σιωπή.
Γυρίζω αργά για να συναντήσω τον ήλιο μέσα από το τζάμι
του παραθύρου μου παρακαλώντας για μια πηγή έμπνευσης. Μια αράχνη περπατάει αργά πάνω στο τζάμι. Την παρατηρώ.
Κάθομαι στο κρεβάτι και την περιεργάζομαι. Οι κινήσεις της μου προσφέρουν μια
πρωτόγνωρη γαλήνη και εκεί καθώς είμαι, κοιμάμαι.
Στο όνειρό μου συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Μόνο που η αράχνη
με βασανιστικούς ρυθμούς, απλώνοντας τα λεπτά της πόδια στον τοίχο φτάνει στο
γραφείο μου και έπειτα στην γραφομηχανή
μου και γράφει. Γράφει μανιασμένα.
Ξυπνάω λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και τρέχω προς την
γραφομηχανή. Σχεδόν σκοντάφτω. Πληκτρολογώ. Πληκτρολογώ μανιασμένα. Σχεδόν
νιώθω το μελάνι μέσα στις φλέβες μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου