Δεν ήταν από τα κορίτσια που μπορούσες να περιγράψεις. Ή μάλλον ήταν από τα κορίτσια που αν τα περιέγραφες δεν θα σε πίστευε κανένας. Όταν την γνώρισα είχε τουρκουάζ μαλλιά. Το βλέμμα της ήταν πολύ σιωπηλό για ένα κορίτσι που φαινόταν ότι ήθελε να διαφέρει και το βήμα της τρομακτικά αποφασιστικό. Τα πάντα πάνω της ήταν μια αντίφαση. Όποτε την πετύχαινα με το φως του ήλιου πάσχιζα να την ακολουθήσω αλλά αυτή πάντα χανόταν σε δευτερόλεπτα. Το βράδυ όμως ήταν αλλιώς. Το βράδυ εαν την αναζητούσες θα την έβρισκες πάντα στην τελευταία θέση του μοναδικού μπαρ της προκοπής που υπάρχει στην πόλη μας, να κρατάει το τσιγάρο της και να χορεύει απόκοσμα σε τραγούδια που μόνο αυτή άκουγε. Δεν είχα δει κανέναν να της μιλάει για αυτό δεν είχα τολμήσει και εγώ. Ακόμα και μερικοί τολμηροί που προσπάθησαν έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι χωρίς να καταφέρουν να της πάρουν κουβέντα. Μοναδική της συντροφιά ήταν το ποτό της. Τζιν με τόνικ. Και πάντα πάνω στο σκαμπώ που δεν καθόταν ποτέ, ένα μεγάλο χοντρό ξεφτισμένο καφέ τετράδιο. Καμιά φορά, όταν το μπαρ άδειαζε και έμεναν οι τελευταίοι πελάτες, την έβλεπα να γράφει στο τετράδιό της. Η πρώτη ερώτηση που μου ήρθε στο μυαλό δεν ήταν το όνομά της. Όχι. Για μένα θα μπορούσε να έχει αμέτρητα ονόματα. Ήθελα απλά να τη ρωτήσω εαν προτιμάει το φεγγάρι από τον ήλιο. Αργότερα έμαθα ότι και εκείνη τότε ρωτούσε συχνά τον εαυτό της αυτή την ερώτηση με ένα είδος καταναγκασμού, σαν να έπρεπε να επιλέξει ένα από τα δύο οπωσδήποτε. Μαθαίνω πρόσφατα ότι επέλεξε τον ήλιο. Όταν τη ρώτησα γιατί ήταν και η πρώτη φορά που είδα τα μάτια της να δακρύζουν και με ένα τίναγμα του κεφαλιού της σαν να διώχνει τα δάκρυα που δεν ήρθαν ποτέ μου είπε σοβαρά ότι παρόλο που μισεί να παίρνει το οτιδήποτε σαν δεδομένο, ήταν σίγουρη ότι δεν θα ζούσε για να δει τον ήλιο να σβήνει και αυτό την έκανε να νιώθει ασφάλεια. Εγώ τότε της είπα ότι αφού δεν θα σβήσει ο ήλιος δεν θα σβήσει ούτε το φεγγάρι και τότε αυτή μου απάντησε ότι άμα έπαιρνε και το φεγγάρι σαν δεδομένο τότε θα έχανε το ρίσκο και στη ζωή χρειάζονται και τα δύο. Και κάπως έτσι, όχι επιλέγοντας κατ' ανάγκη το ένα από τα δύο, αλλά βρίσκοντας μια απάντηση αρκετά καλή για να ξεγελάσει τον καταναγκασμό της, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις. Μου είπε επίσης ότι προσπαθεί πάρα πολύ να δει τη βροχή σαν κάτι ρομαντικό, αλλά από τότε που ο ρομαντικός της εαυτός ξεκίνησε πόλεμο με τον ρεαλιστικό της εαυτό, το καταφέρνει πολύ σπάνια και τις περισσότερες φορές την απεχθάνεται. Υπάρχουν και κάποιες άλλες συνήθειες που κατάλαβα μόνος μου. Για παράδειγμα τα βράδια, δυσκολεύεται να κοιμηθεί -φαντάζομαι βασανίζει το μυαλό της με δύσκολες ερωτήσεις- και για να το καταφέρει πίνει κόκκινο κρασί ημίγλυκο γιατί όπως λέει, "Ακόμα και το πιο φτηνό ημίγλυκο να πάρεις, πάλι θα είναι ωραίο. Γιατί πολύ απλά θα είναι στην ώρα του. Τα καλύτερα κρασιά τα πίνεις την αυγή. Τότε που νιώθεις και τους μεγαλύτερους έρωτες." Μιλάει συχνά για τον έρωτα και ακόμα συχνότερα για το θάνατο. Τις περισσότερες φορές μουρμουρίζει κάτι για τον Εμπεδοκλή αναφέροντας συνεχώς τις λέξεις φιλότητα και νείκος, την τελευταία πάντα με φωνή συναισθηματικά φορτισμένη. Τη φιλία δεν την είχε αναφέρει ποτέ. Μόνο όταν μιλούσε για τον ήλιο αλλά ακόμα και τότε με επιφύλαξη και ίσως φόβο.
Κάποια μεθυσμένα χαράματα μου εξομολογήθηκε ότι συχνά γράφει για την ίδια σε τρίτο πρόσωπο βλέποντάς την από τα μάτια κάποιου άλλου για να νιωσει καλύτερα με τον εαυτό της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου