Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Στις απέραντες ευθείες με ρυτίδες, ένα φανταχτερό ποροκαλί μπουφάν, τον Κόσταντιν, τον Πήτερ, τον Άντον

Κι όμως είμαι σίγουρη. Το θυμάμαι. Αυτή η συνήθεια είχε ξεκινήσει πολύ πριν μπω στη σχολή και μάθω ότι ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης Στανισλάβσκι πρέσβευε ότι η παρατήρηση είναι η κυριότερη διδασκαλία του ηθοποιού. Μετά από την πληροφορία αυτή βέβαια, η παρατήρηση ριζώθηκε ακόμα περισσότερο στο μυαλό μου.
Δεν ήμουν όμως πια ο μόνος άνθρωπος ανάμεσα σε πεντακόσιους σε συναυλία που αντί να χορεύει, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και παρατηρούσε τις κινήσεις και την συμπεριφορά του τραγουδιστή… (και όταν ρωτούσαν γιατί χάζεψες άντε μετά να εξηγήσεις!) Ούτε ο απομονωμένος σε μια γωνιά με Σερλοκχολμικό βλέμμα και έναν χυμό ή ένα βιβλίο αγκαλιά. Έμαθα να προσαρμόζομαι. Είμαι απλά εγώ ανάμεσα σε όλους τους άλλους. Και βλέπω.
Είσαι εσύ και ενώ γελάς, συζητάς, κάνεις αμήχανα ότι ψάχνεις το κινητό σου ή απλά περιμένεις: παρατηρείς.
Πόσο περίεργο είναι το πρόσωπο αυτού του γεράκου. Και όμως παρά την μοναδικότητά του, θα στοιχημάτιζα ότι μου θυμίζει κάποιο άλλο πρόσωπο. Κοίτα πόσες πολλές ρυτίδες. Καμία σχέση με το δικό μου. Ο φωτισμός δρα πάνω του εντελώς διαφορετικά με τόσες εσοχές και καμπύλες. Αν δεν είχε πάει η αδερφή σου στην καλών τεχνών και δεν την είχες ακούσει να συζητάει με την φίλη της "Τώρα με την σχολή παρατηρώ τα χρώματα και τους φωτισμούς στις σκιές των ανθρώπων γύρω μου" θα παρατηρούσες άραγε τώρα τον φωτισμό στο πρόσωπο αυτού του γεράκου; Περίεργο τι ασήμαντες λεπτομέρειες χαράζονται στην μνήμη του καθένα.
Ο γεράκος κουνιέται. Προσπαθώ να πάρω την ίδια στάση με αυτόν. Παρατηρώ τη θέση του σώματός του. Την θέση των ποδιών, των χεριών, την κλίση της μέσης. Νιώθω την περίεργη ματιά της κυρίας δίπλα μου με το πάρα πολύ φανταχτερό πορτοκαλί μπουφάν. Νομίζω ότι ο γεράκος δεν έχει να μου δώσει κάτι παραπάνω οπότε βήχω λίγο για να δικαιολογήσω την επαναφορά του σώματός μου στη φυσιολογική του στάση και στρέφω τώρα το ενδιαφέρον μου στην κυρία με το πορτοκαλί πανωφόρι. Την πιάνω να με κοιτάει. Δεν τραβάει το βλέμμα της αμέσως. Με ευχαριστεί αυτό. Δεν νιώθει ένοχη ούτε αμήχανη που με κοίταζε "εν άγνοιά μου". Καρφώνει το βλέμμα της στο piercing μου για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα και έπειτα γυρίζει να τσεκάρει τον αριθμό προτεραιότητας στο πινακάκι πάνω από την υπάλληλο της τράπεζας. 
Σειρά μου λοιπόν. Έχοντας πιάσει μόνο την άκρη του πανωφοριού της με το μάτι μου πρωτύτερα, δεν κατάφερα να δω την μορφή της με λεπτομέρειες. Το μυαλό μου έπλασε στα γρήγορα μια τσαπατσούλικη φιγούρα γυναίκας και ασχολήθηκε με άλλες σκέψεις, εικόνες. Τώρα που την βλέπω, η πλασμένη φιγούρα διαλύεται όπως διαλύεται ο κόσμος ενός βιβλίου που έχεις πλάσει όταν δεις την αντίστοιχη ταινία. Η ίδια αποδεικνύεται πολύ πιο όμορφη από την πλαστή εικόνα. Στην ταλαιπωρημένη αν και νέα της μορφή υπάρχει ακόμα κάτι το ανέμελο. Διακρίνεται αμυδρά. Το είδος της ανεμελιάς που μου θυμίζει τις απέραντες εκείνες ευθείες της Αμερικής. (Αφορμή έψαχνα!) Σκηνικά ταυτισμένα με την ελευθερία στο μυαλό το δικό μου, ταυτισμένα με την ασχήμια στο μυαλό των γονιών μου "Τοπίο χωρίς βουνά; Δεν είσαι με τα καλά σου! Απαίσιο είναι! Θα νιώθεις να πνίγεσαι!!".
Χαμογελάω με την ανάμνηση αυτή και βλέπω ότι χαμογελάει και αυτή. Αναρωτιέμαι που ταξιδεύει ο νους της αλλά αρνούμαι εγωιστικά να μην πάρω απάντηση για αυτή μου την ερώτηση και αποφασίζω απλά ότι το χαμόγελό μου είναι μεταδοτικό. 
 Την κοιτάζω και σκέφτομαι ότι έτσι χαμογελαστή και ανέμελη θα μπορούσε να την ερωτευτεί κανείς. Με συγκλονίζει πόσο ερωτεύσιμες είναι αυτές οι καθημερινές, απλές συμπεριφορές. Ξαφνικά θυμάμαι ένα απόφθεγμα που διάβασα πρόσφατα. Έλεγε "ερωτεύομαι τους ανθρώπους τη στιγμή που μιλάνε για το πάθος τους, τη στιγμή εκείνη που τα μάτια τους πετούνε σπίθες από τον ενθουσιασμό". Θυμάμαι πόσο είχα συμφωνήσει. Αναιρώντας τον ίδιο μου τον εαυτό -κάτι που κάνω πλέον αρκετά συχνά επηρεασμένη μάλλον από τον σκηνοθέτη Πήτερ Μπρουκ- κουνώ το κεφάλι αρνητικά διαφωνώντας τελικά με το απόφθεγμα. Οι ερωτεύσιμες στιγμές δεν είναι άλλες από αυτές. Τις αυθόρμητες, τις πηγαίες. Με αυτό συμφωνώ. Για τώρα τουλάχιστον.
Έτσι και αλλιώς μου είναι πολύ δύσκολο να βρω κάποιον να μιλάει για το πάθος του. Δεν νομίζω ότι έχω δει αυτή τη σπίθα εδώ και πολύ καιρό πάρα μόνον στα μάτια ενός τρελού. Κάποιου πρέπει να του ξέφυγαν δυο-τρεις φράσεις καιρό πριν αλλά φοβισμένος όπως φαίνεται μήπως καταλάβουμε το πάθος του και του το κλέψουμε σιώπησε. " Άμα γνωρίζεις τι προκαλεί τον φόβο, μπορείς εύκολα να παρατηρήσεις τους μηχανισμούς άμυνας να μπαίνουν σε λειτουργία." Πήτερ Μπρουκ ξανά.
Με τα μάτια μου προ πολλού στραμμένα στην ταμπελίτσα που επεδείκνυε τον αριθμό προτεραιότητας και καρτερικά περιμένοντας την εμφάνιση του 181, πλάθω στα γρήγορα μία ιστορία για την κυρία με το φανταχτερό πορτοκαλί μπουφάν. Είναι πρωταγωνίστρια και την ερωτεύεται ένας κύριος με ένα εξίσου φανταχτερό μπλε μπουφάν αφού την έχει παρατηρήσει για πολύ ώρα σε ένα ρετρό καφέ. Είναι μαζί ταξίδι στο Παρίσι. Βρίσκονται ξαπλωμένοι στο γρασίδι με θέα τον πύργο του Άιφελ, ακριβώς σαν μια φωτογραφία που είδα χθες και τόσο πολύ μου άρεσε. Ωστόσο, τους αφήνω εκεί να απολαύσουν τον ήλιο και φεύγω για τις απέραντες ευθείες μου. 
Όχι. Δεν νιώθω να πνίγομαι. Νιώθω όμως τα πνευμόνια μου έτοιμα να εκραγούνε από τις κραυγές ελευθερίας που βγάζω. Κοιτάω τριγύρω και το μάτι μου δεν σταματάει πουθενά. Τα βουνά είναι που με πνίγουν όχι η ευθεία. Το κάτι, όχι το τίποτα.
Δεν είναι το από που έρχεσαι. Έτσι; Επιλέγω να πιστέψω ότι είναι το που θέλεις να πας. Έτσι έλεγαν τουλάχιστον οι περισσότερες εφηβικές αμερικάνικες ταινίες περί ονείρων.
"Σήκωνε το σταυρό σου και πίστευε" λέει η Νίνα στον Τρέπλιεφ σε έναν εντελώς διαφορετικό τόνο, στον "Γλάρο" του Ρώσου Τσέχωφ. Η Νίνα. Από τους λίγους αισιόδοξους χαρακτήρες του έργου. Τα κατάφερε στο τέλος να μην είναι γλάρος, υποχείριο των άλλων. Τα κατάφερε όμως να γίνει και ηθοποιός;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου